Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Mutiny.

 Τις νύχτες με ρωτάς τι με ωθεί σε τούτη την πανικόβλητη, επαναλαμβανόμενη -σχεδόν καθημερινή- Φυγή. Τι κουρδίζει το ξυπνητήρι της απελπισμένης εξέγερσης και με κάνει να αναφωνήσω στα άρματα, στα άρματα. Μα γελάς όταν σου απαντώ. Πως είναι που θέλεις, ποθείς και επιθυμείς διακαώς να με στριμώξεις σε ένα καλούπι που όλο πλάθεις και τελειοποιείς. Ένα καλούπι που θα καθιστά τα πάντα πάνω μου προκαθορισμένα, αναμενόμενα- ασφαλή και βαρετά. Ξέρεις, ασφυκτιώ στην ανία της ασφάλειας. Μα εσύ εμμένεις στο να μην αρκείσαι στη γωνία που εθελούσια σου παραχώρησα στη ζωή και στο μυαλό μου και να απαιτείς να πρωταγωνιστείς σε αυτά, να κυριαρχείς σε όλο μου το είναι. Και να κυνηγάς το για πάντα- το αφελές, υποκριτικό και εν τέλει ασφυκτικό για πάντα. Μάταια.