Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Ντόροθυ, δεν είσαι πια στο Κάνσας.


 Στο Κάνσας βασιλεύει ο τυφώνας, άλλωστε. Πορεύσου τώρα στη χώρα του Οζ που ποτέ σου δε λογάριαζες να αντικρύσεις. Αντιμετώπισε τους μάγους και τα τέρατα, πάλεψε με τους ίδιους σου τους φόβους, νίκησε τον ίδιο σου τον εαυτό και αναγεννήσου σοφότερη απ'τις στάχτες σου- την ασφάλεια του Κάνσας να την ξεχάσεις, δεν ήταν παρά ένα απατηλό όνειρο. Αν είσαι αρκετά δυνατή, ίσως νικήσεις τους δαίμονές σου-όντα μιας αρρωστημένης πραγματικότητας ή μιας καλπάζουσας φαντασίας, σημασία ιδιαίτερη δεν έχει. Ίσως τους κατατροπώσεις. Ίσως τους δέσεις με άφθαρτο σκοινί και τους κρεμάσεις στο πρώτο εύρωστο δέντρο που θα βρεθεί στο διάβα σου.
Εμπρός Ντόροθυ.

 Να 'ξερες πόσο λαχταρώ να τους δω έτσι, ηττημένους... 

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Υπάρχουν νύχτες που οι λύκοι είναι σιωπηλοί και μόνο το φεγγάρι ουρλιάζει...


 Δεν είναι ότι δεν προσπάθησες να το πεις. Αντίθετα, τα χείλη σου εκτέλεσαν τις απαραίτητες κινήσεις, η γλώσσα και τα δόντια συνεργάστηκαν πρόθυμα-μα η φωνή σου ήταν αυτή που δε βγήκε, απρόβλεπτη στάση εργασίας ή ασυγχώρητη ανταρσία των φωνητικών χορδών που πεισματικά αρνήθηκαν να εκτελέσουν την παραμικρή ταλάντωση είναι ένα και το αυτό, το αποτέλεσμα όπως και να έχει είναι το ίδιο, και οι αυριανές εφημερίδες μπορούν να γράψουν ο,τι θέλουν σχετικά με τις αιτίες και τις αφορμές, ήδη οραματίζεται τους τίτλους με τις πομπώδεις γραμματοσειρές να διακηρύσσουν Θεότητα Βουβαίνεται, Απρόσμενη Σιγή, Πάνε Στράφι Τόσες Θυσίες, Μετανοείτε Για Να Σωθούμε, Αν Η Σιωπή Ήταν Χρυσός Θα Είχαμε Πλουτίσει, ο τελευταίος από τολμηρό δημοσιογράφο που τόλμησε να αψηφήσει τον πασίγνωστο κανόνα που θέλει τον τίτλο να μην υπερβαίνει ποτέ τις πέντε λέξεις. Κανένας τίτλος όμως δε θα κατορθώσει να αποδώσει την αίσθηση που σου άφησε αυτή η βουβαμάρα σου, δεν είναι κακό, μάλλον αναμενόμενο, αναπόφευκτο, ακόμη. Ανείπωτη θα παραμείνει η αρχική σιγουριά και η μετέπειτα αμφιβολία, το μούδιασμα, όταν στάθηκες ανίκανη να μιλήσεις. Και υποχώρησες, στάθηκες παράμερα και άφησες άλλους να χαράξουν το μονοπάτι, να υπαγορεύσουν τις κινήσεις σου βουβή και ανήμπορη...

...σαν μια μαριονέτα. 

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Παράσιτα...


 Δεν κοιτάς κανέναν κατάματα όταν μπαίνεις, με αυτό το υπερβολικά στενό, παιδικό και μάλλον γελοίο πάνω σου καπέλο να κατεβαίνει ως τα μάτια σου, δυσκολεύοντας τον οποιοδήποτε να τα διακρίνει-όχι πως προσπάθησαν πολλοί, ίσως και λόγω της πολύ πρωϊνής ώρας. Κι έπειτα βρίσκεσαι καθισμένη στη θέση σου, όπως οποιοσδήποτε άλλος επιβάτης- μόνο που εσύ διαφέρεις. Στα χέρια σου κρατάς ένα ταλαιπωρημένο ραδιοφωνάκι το οποίο αναμεταδίδει κάποιο σταθμό που πεισματικά αρνείσαι ν'αλλάξεις καθ'όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, παρά τα άφθονα παράσιτα που στιγματίζουν την κάθε λέξη των παρουσιαστών, την όποια μουσική, την ίδια την ύπαρξή σου. Ολόκληρο το ταξίδι- τέσσερις παρά κάτι ώρες, μετατρέπεται σε μια συνεχώς διακοπτόμενη, σχεδόν αδιόρατη μουσική υπόκρουση. Δεν πτοείσαι ούτε όταν οι λέξεις, οι νότες που ξεχωρίζουν ανάμεσα στα παράσιτα είναι πια ελάχιστες, μόνο κρατάς το ραδιόφωνο με ευλαβική προσήλωση δίπλα στο αυτί σου, μπροστά στο πρόσωπό σου. Λικνίζεις τα χέρια, το κεφάλι, όλοκληρο το σώμα σου μπρος-πίσω καθώς το κρατάς, σαν να νανουρίζεις ένα μωρό, με απέραντη στοργή. Ή μήπως αδράχνεσαι έτσι από αυτό, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρήσεις μια μικρή έστω αίσθηση της ύπαρξής σου, να μη χαθείς στην απεραντοσύνη του κόσμου, να ξορκίσεις τους δαίμονές σου; Και συνάμα κλείνεις εμάς, τους υπόλοιπους, απ'έξω. 

 Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι μήπως μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις μας, ευχή και κατάρα μαζί, και προσπαθείς έτσι κάπως να τις αποκλείσεις, να χαμηλώσεις την έντασή τους, έστω-δεν μπορείς μάλλον τελείως να τις εξορίσεις, είμαστε εκεί, μες το κεφάλι σου και κάπως πρέπει κι εσύ να κρατήσεις σφιχτά τον εαυτό σου μέσα σου, κάπως να μην τον χάσεις μέσα στις δεκαέξι προσωπικότητές μας, τους συνεπιβάτες σου, κάπως να μην τρελαθείς. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι κλαις καθώς κάνεις αυτή την παλινδρομική κίνηση, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, με το καπέλο πάντα να σκιάζει τα μάτια σου και το ραδιοφωνάκι αγκαλιά.

 Θα μπορούσα να σε πλάσω καχεκτική και οστέινη, επικαλούμενη αυτή την τόσο γνωστή σε όλους ποιητική αδεία, μα κάτι τέτοιο θα απέκλινε από την παραδόξως ταιριαστή εικόνα σου- γερασμένη και παχιά, παράταιρα ντυμένη, να σκουπίζεις κάθε τόσο τον ιδρώτα σου παρά τις σχεδόν σιβηρικές θερμοκρασίες που επικρατούν, λόγω κλιματισμού.  Στον κόσμο σου, που αποτελείται από εσένα -ή όποια ψήγματα του εαυτού σου μπορείς ακόμη να αποκαλείς Δικά σου, όσα δεν έχεις χάσει στις συνειδήσεις των άλλων, όσων άθελά σου κατασκοπεύεις- τα παράσιτα και την κουρτίνα του λεωφορείου που πού και πού ανοιγοκλείνεις, αδυνατώντας να αποφασίσεις τι προτιμάς, την ασφαλή κάλυψη του σκοταδιού ή την καθησυχαστική θέρμη του ήλιου. 

 Σε λίγο θα κατέβω κι εσύ θα μείνεις εδώ, ανακουφισμένη που οι ενοχλητικές παρουσίες στο μυαλό σου (αναρωτιέμαι κατά πόσο στέκει αυτό, αφού τεχνικά εσύ είσαι στο μυαλό μας) θα έχουν μειωθεί κατά μια, μια ιδιαιτέρως ανεπιθύμητη, μάλιστα, που έχει το θράσος να γράφει για σένα σε ο,τι πρόχειρη λευκή ή σχεδόν λευκή επιφάνεια βρήκε -στην προκειμένη περίπτωση δυο σελιδοδείκτες και ένα εισητήριο πλοίου- γνωρίζοντας οτι εσύ ξέρεις

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Περί σκιών...

                                   -Henri Cartier-Bresson.
 
 Έχεις ποτέ παρατηρήσει ότι τις μεγαλύτερες τρέλες σου, τις πιο απερίσκεπτες πράξεις, τις κάνεις αργά το μεσημέρι; Όχι τη νύχτα, όπως πολλοί θα ισχυρίζονταν, όχι, τότε είναι η ώρα της περισυλλογής και της αδυναμίας, αλλά το όψιμο μεσημέρι, όταν ο ήλιος ακόμη είναι ακμαιότατος και σε ζεσταίνει. Ίσως φταίει αυτή ακριβώς η καθησυχαστική ζέστη, ίσως το παράξενο τύφλωμα του ήλιου που σε κάνει να μη σκέφτεσαι καθαρά, πάντως ακόμη και στην τρίτη-και μάλλον πιθανότερη- εκδοχή-τι πας κι εσύ να εξηγήσεις τα παράλογα- για μια ακόμη φορά ρίχνεις τις ευθύνες στον ήλιο, που γιγαντώνει τη σκιά σου και την κάνει να φαντάζει ψηλή και αγέρωχη καθώς περπατάς στο δρόμο-τόσο, που φρονείς πως κανείς και τίποτε δεν μπορεί πια να σε αγγίξει. Αρκεί μια ματιά στη σκιά σου που προπορεύεται περήφανα για να νιώσεις μια ανεξήγητη σιγουριά για τον εαυτό σου, και μια τρέλα, μια αμυαλιά απαράμιλλη. Τότε είναι λοιπόν που αδιαφορώντας για τις συνέπειες βαδίζεις ανεξέλεγκτα, αυτόματα, σχεδόν μηχανικά-ενίοτε, και προς την καταστροφή. Αυτή είναι η ώρα που, αν βγεις στο δρόμο, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις θα βρεθείς σε μέρη που κανένα σκοπό δεν είχες να προσπελάσεις, καθώς ακολουθείς την γιγαντωμένη σκιά-οδηγό σου. Είναι μέρη από τα οποία η ατολμία σου σε έχει απομακρύνει. Μα αυτό δε σε πειράζει, είναι ασφαλές και άρα λογικό -μα πότε άρχισες να προτάσσεις τη λογική και να υπακούς σε αυτή και μόνο;- πιο πολύ σε πειράζει η άξαφνη αμυαλιά που σε κάνει να αφήνεις τη φυσαλίδα ασφαλείας που έχεις κατασκευάσει για τον εαυτό σου- είναι ισχυρότατος ο φόβος μην πέσεις και δεν έχεις κανέναν δίπλα να σε σηκώσει, βλέπεις. Μα η σκιά σου είναι αμετάπειστη αυτή την ώρα- Τι κι αν πέσεις, θα σηκωθείς, στηρίγματα παντού υπάρχουν στο δρόμο να πιαστείς, αν δεν πέσεις πώς θα μάθεις να βαδίζεις;