Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

And think of all the stories that we could have told.


 Ρε. Δε στο 'χω πει; Μη γράφεις το όνομά της δίπλα στο δικό σου στη τσάντα σου. Και, μη χειρότερα, μη βάζεις αναμεταξύ τους συν και τα κυκλώνεις σε άτεχνη καρδούλα. Στα τετράδια και τα θρανία, άντε, χαλάλι. Δεν το βλέπεις ότι έτσι καταλήγεις συνεχώς να διαγράφεις ονόματα, πως πια δεν έχεις ούτε το κουράγιο να καλύψεις τα σημάδια τους ολότελα; [Κι έτσι την Ελένη διαδέχθηκε η Βιβή- μα το στίγμα της Ελένης έμεινε.] 

 Μα αν έχεις κότσια και κουράγιο περίσσιο, μην επιχειρείς καν τις λογοκρισίες και τις αγχωμένες διορθώσεις. Φόρα την τσάντα σου και τα σημάδια της περήφανα. Έτσι θέλω να σε δω, ρε. 

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

And the rats eat my face. So what.


[1]. 

Ενθουσιάστηκες, γέλασες, έπαιξες. Με τη φωτιά. Και η σπίθα έγινε φλόγα, απρόσμενα κι ανέλπιστα, ναι, μα έγινε. Και κάηκες, πάγωσες, κόπηκες, πόνεσες, ούρλιαξες, σφάδαξες, έσπασες σε μύρια θραύσματα. Και σ' έπνιξαν οι λυγμοί σου και η αρμύρα. Μα η ελπίδα δεν έλεγε να σ' εγκαταλείψει. Και ρίχτηκες στ' αγκάθια και σου ξέσκισαν τη σάρκα. Και χώθηκες στους υπονόμους και οι αρουραίοι έφαγαν το πρόσωπό σου. Ε, και;

[2].

Πέθανες για μένα, το κατάλαβες;

[3].

Στο ψυγείο έχω αφήσει
Τρία μήλα
Δύο γιαούρτια
Και τα αισθήματά μου. 

[Κάποιος μου πε πως έτσι δε θα γνωρίσω ποτέ τη βρώμα της σήψης. 
Α, και δε θα πονάω πια. Τον πίστεψα, μα
-είπε ψέματα.]

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Feels like we only go backwards.


 Δεν ήρθες χτες στη γιορτή. Κι εγώ ήμουν ντυμένη στα κόκκινα και τα μαύρα και τα δόντια μου ξέσκιζαν τους καναπέδες- τα νύχια μου τα βγάλαν καιρό πριν. [Σφάδαζα κοντά ένα μήνα.] Και δεν είναι που δεν ήρθες, ούτε που πιθανότατα ποτέ δε θα ξαναρθείς. Είναι που μάλλον πια ούτε θέλω να ξαναρθείς, ούτε μ' ενδιαφέρει και ιδιαίτερα. Και με το που μπαίνω στη σωστή διάθεση, κάποιος με διακόπτει.