Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασυναρτησίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασυναρτησίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

When the zeros line up on the twenty-four hour clock.



















                                         -The Blue Bird.

 Τις προάλλες αναρωτήθηκες αν τ' ότι γελάω πολύ (συνεχώς) είναι η αντίδρασή μου στην εσωτερική και εξωτερική μαυρίλα και τρόμαξα. 
 Είναι άδικο, μ' ακούς; Άδικο όσο τίποτε άλλο τ' ότι μένεις εδώ, ατρόμητος απ' το δυνητικό έρεβος του μέσα μου και με κοιτάς όπως πάντα. Γιατί στο τέλος θα φοβηθώ εγώ. Και τότε πώς θα διαλαλώ ότι είμαι θαρραλέα; 

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014




















Έχουμε φτιαχτεί για να πίνουμε, θαρρώ, δεν ξέρω αν στο 'χω ξαναπεί. 
Και δεν μ'ενδιαφέρει ιδιαίτερα να με παρομοιάσω με νυχτοπεταλούδα και να παρομοιάσω εσένα κάποιον με φλόγα, από εδώ και πέρα θα 'μαι εγώ η φλόγα, το αποφάσισα. 

[Όταν λοιπόν θα σ'έχω ολοκληρωτικά πια στοιχειώσει- όταν ζεις κι αναπνέεις για μένα και η φωτιά κατατρώει τα μέσα σου. 
Κάνε ένα βήμα πίσω. 
Κι εγώ θα γελώ παρακολουθώντας τα πυροτεχνήματα.]

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

She's going to break your heart in two/ it's true.


 Hey girl, you look like you jumped out of a comic- you look like you were the superhero. 

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

The nights were mainly made for saying things that you can't say tomorrow day.


Αλλά έχει προ πολλού ξημερώσει, το κεφάλι μου βαράει εξήντα συν στροφές ανά λεπτό και κάνει κρύο

Πέρα από κοινοτοπίες, η νύχτα είναι μαγική, να το ξέρεις. 

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Γι' αυτό.

                                                       
                                                                                                  -Submarine. 
   
 Ετούτη η αφοπλιστική σιγουριά για το σκοπό και την προαίρεση του κόσμου ολάκερου μου διαφεύγει συστηματικά μόνο, ομολογώ. Δεν αναφέρομαι σε διαφυγή βεβιασμένη και αβέβαιη- της τελευταίας στιγμής υπόθεση, λίγο ακόμα και θα την αιχμαλώτιζα, λίγο ακόμα και θα στεφόμουν η αδιαμφισβήτητη νικήτρια- μα σε πεισματική, μόνιμη αδυναμία ν' αγγίξω έστω και στο παραμικρό ετούτη τη βεβαιότητα- να την κατανοήσω, ακόμη. 
 Μα θέλω τόσο ν' αφεθώ στην απλουστευτική αυτή αφέλεια, περίτρανη απόδειξη ότι ο κόσμος τελικά περιστρέφεται γύρω μου, που αν το κλωθογυρίσω λίγο ακόμα στο νου μου, αν διαβάσω, ακούσω και αναπόφευκτα σιγομουρμουρίσω με τα μάτια μισόκλειστα και εν μέσω ταλάντευσης αρκετά στιχάκια που το προβάλλουν ως πραγματικότητα -αν ατενίσω για λίγο ακόμη το Παράλογο κατάματα- εν τέλει ίσως να το πιστέψω, ίσως και να γελαστώ. 

[Η απάτη ίσως να παύει να είναι τέτοια όταν την θηρεύουμε, επιδιώκουμε και αποζητούμε με όλο μας το είναι μόνοι μας, βέβαια.]

 Όμως εσύ ούτε στιγμή δε μ' αφήνεις να αφεθώ στις δίνες της, να σε κρατήσω απ' το χέρι ενώ πέφτω στο λαγούμι του κούνελου κι ενώ είμαι υποχείριο του στατικού ιλίγγου, ανεπιστρεπτί πια χαμένη. Στέκεσαι ακίνητος εν μέσω τρικυμίας, φαινομενικά αδιάφορος- τι να το κάνω κι αν ο ανεμοστρόβιλος λυσσομανά μέσα και σε σένα, πώς ακριβώς θες να το καταλάβω, πώς να παρηγορηθώ. Να, κοίτα, όλα είναι ήμερα ήρεμα μου λες και συνεχίζεις στη ρουτίνα σου- ρουτίνα που μισείς μα δεν παραλλάσσεις στο ελάχιστο. 

[δε λυσσομανά.] 

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

.20

Μια παράξενη αναταραχή, μια απροσδιόριστη ανησυχία- στα όρια της νοσταλγίας. Κατακλυσμός σκέψεων, απουσία φωτός- η γραφή μου αποσπασματική. Και το φεγγάρι να αρνείται πεισματικά να ανατείλει κόκκινο. Έστω. Αφού οι μακροσκελείς προτάσεις και ο συγκροτημένος λόγος τόσο κατάφωρα με απαρνούνται, θα επενδύσω στην ασυναρτησία. Εμμένοντας στον πόλεμο. Με το παράλογο


And then, one day you find ten years have got behind you. No one told you when to run- you missed the starting gun.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Christina's world.

Andrew Wyeth- Christina's world.

 Και σαν να μην αρκεί που το να ακούς σε δύο ονόματα είναι πανθομολογουμένως μια μικρή καταστροφή από μόνο του, τα δύο ονόματα αυτά ορίζουν τα όρια δύο κόσμων που βαδίζουν παράλληλα, συναντιούνται ενίοτε, ανταλλάσσουν έναν τυπικό χαιρετισμό και συνεχίζουν την πορεία τους, δίχως κανένας τους να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της τραγωδίας- μόνο ως κωμωδία μπορούν να τη θεωρήσουν, άλλωστε. Είναι ευτύχημα που μέσα σε αυτή την ανακατωσούρα εσύ παραμένεις μια ενιαία προσωπικότητα- μόλις σε τριάντα επτά κομμάτια μοιρασμένη- με ίδια οράματα, προσδοκίες και όνειρα να αντιστοιχούν και στις δύο εμφανίσεις σου... Όνειρα; Θα είναι ίδια δηλαδή, δεν μπορεί- καλά καλά ούτε κι εσύ δεν τα γνωρίζεις. Πιο πολύ αισθάνεσαι την οσμή και τη γεύση τους, την υφή τους ένα σαββατιάτικο πρωινό που παρά το καθυστερημένο ξύπνημα χαρακτηρίζεται χαριστικά έτσι, παρά τα κατανοείς- δεν παύεις όμως να τα αντιλαμβάνεσαι, έστω με τις αισθήσεις, έστω ψηλαφιστά, κάτι είναι και αυτό, σε έναν κόσμο που λένε ότι τα όνειρα πια έχουν πεθάνει. Σε αυτό το τελευταίο μάλιστα μπορείς με περίσσια σιγουριά και σθένος να αντιταχθείς, να πεις πως όχι, λάθος κάνετε, τα όνειρα ζουν και βασιλεύουν, τα δικά μου μυρίζουν θάλασσα και σκονισμένα βιβλία, ηχούν σαν αγέρι κι έχουν αίσθηση βροχής- μα κόβουν, κόβουν σα χαρτί. Αλλά δε μιλάς, ίσως επειδή δε θες να τραυματίσεις τη σιωπή, ίσως επειδή θες να το ανακαλύψουν μόνοι τους, ίσως γιατί έχεις βαρεθεί πια να αρθρώνεις λέξεις, ίσως γιατί έχεις εξαντληθεί προσπαθώντας να εξηγήσεις σε αυτούς που δεν καταλαβαίνουν. 

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Ντόροθυ, δεν είσαι πια στο Κάνσας.


 Στο Κάνσας βασιλεύει ο τυφώνας, άλλωστε. Πορεύσου τώρα στη χώρα του Οζ που ποτέ σου δε λογάριαζες να αντικρύσεις. Αντιμετώπισε τους μάγους και τα τέρατα, πάλεψε με τους ίδιους σου τους φόβους, νίκησε τον ίδιο σου τον εαυτό και αναγεννήσου σοφότερη απ'τις στάχτες σου- την ασφάλεια του Κάνσας να την ξεχάσεις, δεν ήταν παρά ένα απατηλό όνειρο. Αν είσαι αρκετά δυνατή, ίσως νικήσεις τους δαίμονές σου-όντα μιας αρρωστημένης πραγματικότητας ή μιας καλπάζουσας φαντασίας, σημασία ιδιαίτερη δεν έχει. Ίσως τους κατατροπώσεις. Ίσως τους δέσεις με άφθαρτο σκοινί και τους κρεμάσεις στο πρώτο εύρωστο δέντρο που θα βρεθεί στο διάβα σου.
Εμπρός Ντόροθυ.

 Να 'ξερες πόσο λαχταρώ να τους δω έτσι, ηττημένους... 

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Υπάρχουν νύχτες που οι λύκοι είναι σιωπηλοί και μόνο το φεγγάρι ουρλιάζει...


 Δεν είναι ότι δεν προσπάθησες να το πεις. Αντίθετα, τα χείλη σου εκτέλεσαν τις απαραίτητες κινήσεις, η γλώσσα και τα δόντια συνεργάστηκαν πρόθυμα-μα η φωνή σου ήταν αυτή που δε βγήκε, απρόβλεπτη στάση εργασίας ή ασυγχώρητη ανταρσία των φωνητικών χορδών που πεισματικά αρνήθηκαν να εκτελέσουν την παραμικρή ταλάντωση είναι ένα και το αυτό, το αποτέλεσμα όπως και να έχει είναι το ίδιο, και οι αυριανές εφημερίδες μπορούν να γράψουν ο,τι θέλουν σχετικά με τις αιτίες και τις αφορμές, ήδη οραματίζεται τους τίτλους με τις πομπώδεις γραμματοσειρές να διακηρύσσουν Θεότητα Βουβαίνεται, Απρόσμενη Σιγή, Πάνε Στράφι Τόσες Θυσίες, Μετανοείτε Για Να Σωθούμε, Αν Η Σιωπή Ήταν Χρυσός Θα Είχαμε Πλουτίσει, ο τελευταίος από τολμηρό δημοσιογράφο που τόλμησε να αψηφήσει τον πασίγνωστο κανόνα που θέλει τον τίτλο να μην υπερβαίνει ποτέ τις πέντε λέξεις. Κανένας τίτλος όμως δε θα κατορθώσει να αποδώσει την αίσθηση που σου άφησε αυτή η βουβαμάρα σου, δεν είναι κακό, μάλλον αναμενόμενο, αναπόφευκτο, ακόμη. Ανείπωτη θα παραμείνει η αρχική σιγουριά και η μετέπειτα αμφιβολία, το μούδιασμα, όταν στάθηκες ανίκανη να μιλήσεις. Και υποχώρησες, στάθηκες παράμερα και άφησες άλλους να χαράξουν το μονοπάτι, να υπαγορεύσουν τις κινήσεις σου βουβή και ανήμπορη...

...σαν μια μαριονέτα. 

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Παράσιτα...


 Δεν κοιτάς κανέναν κατάματα όταν μπαίνεις, με αυτό το υπερβολικά στενό, παιδικό και μάλλον γελοίο πάνω σου καπέλο να κατεβαίνει ως τα μάτια σου, δυσκολεύοντας τον οποιοδήποτε να τα διακρίνει-όχι πως προσπάθησαν πολλοί, ίσως και λόγω της πολύ πρωϊνής ώρας. Κι έπειτα βρίσκεσαι καθισμένη στη θέση σου, όπως οποιοσδήποτε άλλος επιβάτης- μόνο που εσύ διαφέρεις. Στα χέρια σου κρατάς ένα ταλαιπωρημένο ραδιοφωνάκι το οποίο αναμεταδίδει κάποιο σταθμό που πεισματικά αρνείσαι ν'αλλάξεις καθ'όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, παρά τα άφθονα παράσιτα που στιγματίζουν την κάθε λέξη των παρουσιαστών, την όποια μουσική, την ίδια την ύπαρξή σου. Ολόκληρο το ταξίδι- τέσσερις παρά κάτι ώρες, μετατρέπεται σε μια συνεχώς διακοπτόμενη, σχεδόν αδιόρατη μουσική υπόκρουση. Δεν πτοείσαι ούτε όταν οι λέξεις, οι νότες που ξεχωρίζουν ανάμεσα στα παράσιτα είναι πια ελάχιστες, μόνο κρατάς το ραδιόφωνο με ευλαβική προσήλωση δίπλα στο αυτί σου, μπροστά στο πρόσωπό σου. Λικνίζεις τα χέρια, το κεφάλι, όλοκληρο το σώμα σου μπρος-πίσω καθώς το κρατάς, σαν να νανουρίζεις ένα μωρό, με απέραντη στοργή. Ή μήπως αδράχνεσαι έτσι από αυτό, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρήσεις μια μικρή έστω αίσθηση της ύπαρξής σου, να μη χαθείς στην απεραντοσύνη του κόσμου, να ξορκίσεις τους δαίμονές σου; Και συνάμα κλείνεις εμάς, τους υπόλοιπους, απ'έξω. 

 Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι μήπως μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις μας, ευχή και κατάρα μαζί, και προσπαθείς έτσι κάπως να τις αποκλείσεις, να χαμηλώσεις την έντασή τους, έστω-δεν μπορείς μάλλον τελείως να τις εξορίσεις, είμαστε εκεί, μες το κεφάλι σου και κάπως πρέπει κι εσύ να κρατήσεις σφιχτά τον εαυτό σου μέσα σου, κάπως να μην τον χάσεις μέσα στις δεκαέξι προσωπικότητές μας, τους συνεπιβάτες σου, κάπως να μην τρελαθείς. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι κλαις καθώς κάνεις αυτή την παλινδρομική κίνηση, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, με το καπέλο πάντα να σκιάζει τα μάτια σου και το ραδιοφωνάκι αγκαλιά.

 Θα μπορούσα να σε πλάσω καχεκτική και οστέινη, επικαλούμενη αυτή την τόσο γνωστή σε όλους ποιητική αδεία, μα κάτι τέτοιο θα απέκλινε από την παραδόξως ταιριαστή εικόνα σου- γερασμένη και παχιά, παράταιρα ντυμένη, να σκουπίζεις κάθε τόσο τον ιδρώτα σου παρά τις σχεδόν σιβηρικές θερμοκρασίες που επικρατούν, λόγω κλιματισμού.  Στον κόσμο σου, που αποτελείται από εσένα -ή όποια ψήγματα του εαυτού σου μπορείς ακόμη να αποκαλείς Δικά σου, όσα δεν έχεις χάσει στις συνειδήσεις των άλλων, όσων άθελά σου κατασκοπεύεις- τα παράσιτα και την κουρτίνα του λεωφορείου που πού και πού ανοιγοκλείνεις, αδυνατώντας να αποφασίσεις τι προτιμάς, την ασφαλή κάλυψη του σκοταδιού ή την καθησυχαστική θέρμη του ήλιου. 

 Σε λίγο θα κατέβω κι εσύ θα μείνεις εδώ, ανακουφισμένη που οι ενοχλητικές παρουσίες στο μυαλό σου (αναρωτιέμαι κατά πόσο στέκει αυτό, αφού τεχνικά εσύ είσαι στο μυαλό μας) θα έχουν μειωθεί κατά μια, μια ιδιαιτέρως ανεπιθύμητη, μάλιστα, που έχει το θράσος να γράφει για σένα σε ο,τι πρόχειρη λευκή ή σχεδόν λευκή επιφάνεια βρήκε -στην προκειμένη περίπτωση δυο σελιδοδείκτες και ένα εισητήριο πλοίου- γνωρίζοντας οτι εσύ ξέρεις

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Περί σκιών...

                                   -Henri Cartier-Bresson.
 
 Έχεις ποτέ παρατηρήσει ότι τις μεγαλύτερες τρέλες σου, τις πιο απερίσκεπτες πράξεις, τις κάνεις αργά το μεσημέρι; Όχι τη νύχτα, όπως πολλοί θα ισχυρίζονταν, όχι, τότε είναι η ώρα της περισυλλογής και της αδυναμίας, αλλά το όψιμο μεσημέρι, όταν ο ήλιος ακόμη είναι ακμαιότατος και σε ζεσταίνει. Ίσως φταίει αυτή ακριβώς η καθησυχαστική ζέστη, ίσως το παράξενο τύφλωμα του ήλιου που σε κάνει να μη σκέφτεσαι καθαρά, πάντως ακόμη και στην τρίτη-και μάλλον πιθανότερη- εκδοχή-τι πας κι εσύ να εξηγήσεις τα παράλογα- για μια ακόμη φορά ρίχνεις τις ευθύνες στον ήλιο, που γιγαντώνει τη σκιά σου και την κάνει να φαντάζει ψηλή και αγέρωχη καθώς περπατάς στο δρόμο-τόσο, που φρονείς πως κανείς και τίποτε δεν μπορεί πια να σε αγγίξει. Αρκεί μια ματιά στη σκιά σου που προπορεύεται περήφανα για να νιώσεις μια ανεξήγητη σιγουριά για τον εαυτό σου, και μια τρέλα, μια αμυαλιά απαράμιλλη. Τότε είναι λοιπόν που αδιαφορώντας για τις συνέπειες βαδίζεις ανεξέλεγκτα, αυτόματα, σχεδόν μηχανικά-ενίοτε, και προς την καταστροφή. Αυτή είναι η ώρα που, αν βγεις στο δρόμο, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις θα βρεθείς σε μέρη που κανένα σκοπό δεν είχες να προσπελάσεις, καθώς ακολουθείς την γιγαντωμένη σκιά-οδηγό σου. Είναι μέρη από τα οποία η ατολμία σου σε έχει απομακρύνει. Μα αυτό δε σε πειράζει, είναι ασφαλές και άρα λογικό -μα πότε άρχισες να προτάσσεις τη λογική και να υπακούς σε αυτή και μόνο;- πιο πολύ σε πειράζει η άξαφνη αμυαλιά που σε κάνει να αφήνεις τη φυσαλίδα ασφαλείας που έχεις κατασκευάσει για τον εαυτό σου- είναι ισχυρότατος ο φόβος μην πέσεις και δεν έχεις κανέναν δίπλα να σε σηκώσει, βλέπεις. Μα η σκιά σου είναι αμετάπειστη αυτή την ώρα- Τι κι αν πέσεις, θα σηκωθείς, στηρίγματα παντού υπάρχουν στο δρόμο να πιαστείς, αν δεν πέσεις πώς θα μάθεις να βαδίζεις;

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Το πήλινο προσωπείο.


                                                  -Suzanne Woolcott.


 Είναι μέρες που δεν ξυπνάει καλά. Μέρες που σηκώνεται από το αραχνιασμένο κρεβάτι και αισθάνεται κάτι να την βασανίζει, να, ένα φορτίο στο μέρος που θα βρισκόταν η καρδιά της, αν βεβαίως είχε. Στην αρχή το είχε παραβλέψει, είπε Η πολλή επαφή με τους θνητούς θα είναι, φρονώ ότι κατόρθωσαν να με επηρεάσουν, θα περάσει η όποια επιρροή τους. Κατέβηκε έτσι στους λύκους της, στο σκοτάδι και την ηρεμία της εξακοσιοστής εξηκοστής έκτης αίθουσας του Κάτω Κόσμου, δίπλα στα δεκατρία ξεραμένα δέντρα και στο λιβάδι με τα άτυχα τετράφυλλα τριφύλλια και περίμενε. Η αρχιάρπυια, όμως, είχε τις αμφιβολίες της. Και πώς είσαι τόσο σίγουρη ότι δεν είναι κάτι το υπαρκτό, είπε, Είμαι, γιατί δε θα μπορούσε να είναι υπαρκτό, τόσο καιρό που εξουσιάζω αυτό τον κόσμο, άναρχη καθώς είμαι, τίποτε παρόμοιο δεν έχει συμβεί, γιατί να συμβεί τώρα, Ίσως επειδή άρχισες κι εσύ να ξυπνάς από τον θεϊκό σου ύπνο, οι γονείς σου άλλωστε, μην ξεχνάς, ήταν Τιτάνες, Όχι, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, Δεν ήταν Τιτάνες, θες να μου πεις, Ήταν, εγώ όμως είμαι θεότητα.



 Οι μέρες αυτές δεν έχουν εξαλειφθεί, προς μεγάλη (και προφανώς κρυφή) ικανοποίηση της αρχιάρπυιας, η οποία επιμένει να πιστεύει ότι κάπου, βαθιά μέσα στην κυρία της υπάρχουν κάτι σαρακοφαγωμένα, ξεχασμένα συναισθήματα. Ώρες-ώρες και η τελευταία τείνει να αποδεχτεί την ύπαρξή τους, θα όφειλε να ομολογήσει, αν είχε ίχνος τιμιότητας- δεν έχει, κι έτσι δεν το ομολογεί. Οι μέρες αυτές δεν παύουν να είναι υπαρκτές, όμως, παρόλη την μυστικοπαθή αντιμετώπιση που λαμβάνουν, και αν και δε λέει να τις συνηθίσει-και ούτε πιστεύει πως θα γίνει ποτέ αυτό- κάπως πρέπει να τις αντιμετωπίσει. Και υπάρχει καλύτερη αντιμετώπιση, λιγότερο επίπονη και πιότερο αποτελεσματική από την απόκρυψη; Φοράει λοιπόν το γνωστό προσωπείο της αταραξίας και της απόλυτης γαλήνης, και κρύβει την εσωτερική της σύγχυση με μία απαράμιλλη δεξιοτεχνία, με μία επιτυχία που μεγαλύτερη θα μπορούσε να είναι μοναχά αν κρυβόταν και από τον ίδιο της τον εαυτό. Αλίμονο, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο.


 Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η απόκρυψη θα ήταν εξαιρετικά εύκολη γι' αυτήν, που τόσες μορφές έχει αλλάξει, που μέχρι και πέπλα θνητής έχει ντυθεί για να σκοτώσει την ώρα της. Δεν είναι. Γιατί συνεχώς αισθάνεται πως την ταραχή της δεν καλύπτει τίποτε πέρα από ένα πήλινο προσωπείο, το οποίο τόσο πια έχει τεντωθεί για να γίνει ένα με το πρόσωπό της που από στιγμή σε στιγμή θα αρχίσει να ραγίζει, και τότε θα φανεί η πραγματική μορφή της, η θλιμμένη, η μπερδεμένη. Κάτι τέτοιο όχι μόνο θα ήταν καταστροφικό για την εικόνα της, που τόσο προσέχει, αλλά μέχρι και ανταρσία στο βασίλειό της μπορεί να έφερνε. Φοράει λοιπόν κι αυτή τη μάσκα της, μα όχι ως θεά. Ως θνητή τη φορεί, ως φοβισμένη και διστακτική θνητή, κι αυτό είναι που την τρομάζει-κι άλλο θνητό συναίσθημα που πλέον αναγκάζεται να αποδώσει, έστω και κρυφά, στον εαυτό της. Και ούτε το καλύτερο κρασί του Κάτω Κόσμου, ούτε το πιο νόστιμο γιαούρτι από γάλα άρπυιας με μέλι από χτυπημένα από κεραυνούς κυπαρίσσια και καρύδια από καρυδιές που κρεμάστηκαν αθώοι, ούτε καν οι λυκανθρωπομαχίες μέχρι θανάτου μπορούν να την ευθυμήσουν.


 Σήμερα είναι μια τέτοια μέρα.