Συνεχώς αναρωτιόμαστε, Εξετάζουμε, Πόση δημοκρατία μας έχει απομείνει Τη βρίσκουμε λειψή Στενάζουμε Και συνεχίζουμε τις σκυφτές ζωές μας. -Σαν τι θέλατε να κάνουμε, δηλαδή; Για την ανθρωπιά μας δεν αναρωτιόμαστε ποτέ.
Έχεις το ύφος αυτού που χόρευε τελετουργικούς χορούς όλο το βράδυ- ακατάπαυστα, όλη σου η νύχτα αφιερωμένη σε μια ατέρμονη λατρεία της φωτιάς. Και τα φρύδια σου καψαλισμένα. Έχεις αφήσει για τους άλλους το βλέμμα γεμάτο δέος στη θέα της, τη σιωπηλή λατρεία εξ' αποστάσεως, εσύ την αγκαλιάζεις με θέρμη και γελάς κατάμουτρα στο αναπόφευκτο με μια ευκολία που με αφήνει έντρομη και γοητευμένη- κάθε φορά. Πώς αψηφάς έτσι τον πόνο, το φόβο, τον επικείμενο θάνατο, πώς. Και μένω να σε εκλιπαρώ, εν μέσω τυφώνα, με τη φωνή μου να βγαίνει τρεμάμενη και σιγανή.
Το ξέρω πως η περιέργεια σε κατατρώει, μα- σε παρακαλώ. Μην αγγίξεις το αδράχτι, μην τρυπηθείς από δαύτο. Δεν αντέχω εκατό χρόνια μοναξιά, εκατό χρόνια δίχως να σε βλέπω.
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013
Ο φόβος και το αλκοόλ μέσα μου φτιάχνουν εκρηκτικό κοκτέιλ Αν πετύχω κανένα σας απόψε -να το ξέρετε- Θα τον σφάξω Θα τον τεμαχίσω. Ελάτε αν τολμάτε Θα πλέξω με τα άντερά σας στεφάνια πρωτομαγιάτικα Θα κάψω τα υπολείμματα του σάπιου σας κουφαριού Και θα ταΐσω τις στάχτες σας στις κατσαρίδες. Γιατί είσαστε τομάρια Γιατί βάλατε το φόβο μέσα μου Γιατί θέλετε να έχετε λόγο στο τι φοράω και πώς περπατάω και πώς φέρομαι Γιατί αν δε συμμορφωθώ με τις τρέχουσες αυτές επιταγές θα φταίω εγώ λέει. Ε, κι εγώ θα σας διαμελίσω- έναν έναν. Ελάτε, ρε.