Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Christina's world.

Andrew Wyeth- Christina's world.

 Και σαν να μην αρκεί που το να ακούς σε δύο ονόματα είναι πανθομολογουμένως μια μικρή καταστροφή από μόνο του, τα δύο ονόματα αυτά ορίζουν τα όρια δύο κόσμων που βαδίζουν παράλληλα, συναντιούνται ενίοτε, ανταλλάσσουν έναν τυπικό χαιρετισμό και συνεχίζουν την πορεία τους, δίχως κανένας τους να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της τραγωδίας- μόνο ως κωμωδία μπορούν να τη θεωρήσουν, άλλωστε. Είναι ευτύχημα που μέσα σε αυτή την ανακατωσούρα εσύ παραμένεις μια ενιαία προσωπικότητα- μόλις σε τριάντα επτά κομμάτια μοιρασμένη- με ίδια οράματα, προσδοκίες και όνειρα να αντιστοιχούν και στις δύο εμφανίσεις σου... Όνειρα; Θα είναι ίδια δηλαδή, δεν μπορεί- καλά καλά ούτε κι εσύ δεν τα γνωρίζεις. Πιο πολύ αισθάνεσαι την οσμή και τη γεύση τους, την υφή τους ένα σαββατιάτικο πρωινό που παρά το καθυστερημένο ξύπνημα χαρακτηρίζεται χαριστικά έτσι, παρά τα κατανοείς- δεν παύεις όμως να τα αντιλαμβάνεσαι, έστω με τις αισθήσεις, έστω ψηλαφιστά, κάτι είναι και αυτό, σε έναν κόσμο που λένε ότι τα όνειρα πια έχουν πεθάνει. Σε αυτό το τελευταίο μάλιστα μπορείς με περίσσια σιγουριά και σθένος να αντιταχθείς, να πεις πως όχι, λάθος κάνετε, τα όνειρα ζουν και βασιλεύουν, τα δικά μου μυρίζουν θάλασσα και σκονισμένα βιβλία, ηχούν σαν αγέρι κι έχουν αίσθηση βροχής- μα κόβουν, κόβουν σα χαρτί. Αλλά δε μιλάς, ίσως επειδή δε θες να τραυματίσεις τη σιωπή, ίσως επειδή θες να το ανακαλύψουν μόνοι τους, ίσως γιατί έχεις βαρεθεί πια να αρθρώνεις λέξεις, ίσως γιατί έχεις εξαντληθεί προσπαθώντας να εξηγήσεις σε αυτούς που δεν καταλαβαίνουν. 

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Va voir ailleurs si j'y suis!

Garry Winogrand, The Animals.

 Ναι, σε σένα απευθύνομαι. Ή μάλλον θα ήταν ορθότερο να σας προσφωνήσω στον πληθυντικό, είστε πολλοί και ολοένα και πληθαίνετε, άλλωστε. Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε σας είπε ο θεός σας, και σπεύσατε να το τηρήσετε- κάπως έπρεπε κι εσείς να γιγαντώσετε την επίδρασή σας στον πλανήτη, να δώσετε το στίγμα σας. 
 Απευθύνομαι σε σένα που παίρνεις τηλέφωνο με ένα πατροναριστικό υφάκι ξέρω-ήδη-τι-θα-πεις-πριν-το-πεις και απειλείς με μηνύσεις. Διότι προφανώς έχεις μαντικές ικανότητες- ή έχεις παρακολουθήσει μαθήματα τηλεφωνικής τηλεπάθειας δι'αλληλογραφίας. Σε σένα που θεωρείς ότι κάθομαι τρία τέταρτα και ψάχνω τι στον Άδη έχεις κάνει στον υπολογιστή σου και δε λειτουργεί το ίντερνετ για την πλάκα μου, ενώ θα μπορούσα απλούστατα να κροταλίσω τα δάχτυλά μου και να λυθούν όλα εντός δευτερολέπτων. Ή δεκάτων του δευτερολέπτου, ακόμα καλύτερα. Σε σένα που προτού προλάβω ν'αρθρώσω λέξη αρχινάς να φωνασκείς για τις συμφορές που σε βρήκαν από τότε που αγόρασες αυτό-το-πράγμα-του-διαβόλου λες και στο πούλησα εγώ με το πιστόλι στον κρόταφο, ξέρωγω. 
 Σε σένα που κρίνεις σκόπιμο να κάνεις όπισθεν (ενώ είσαι-παράνομα μάλιστα-παρκαρισμένος) και να με χτυπάς με το θλιβερό σου αυτοκινητάκι. Σε σένα που όχι μόνο έχεις το θράσος να περνάς με κόκκινο, αλλά κορνάρεις στον πεζό που -τι παράλογο!- θέλει να περάσει κι αυτός απέναντι κάποια στιγμή μέσα στον προσεχή αιώνα- και δεν περιμένει να περάσεις πρώτα παράνομα εσύ. 
 Σε σένα που οδηγείς το τοπικό τρόλεϊ και-όπως και αρκετοί συνάδελφοί σου- αναχωρείς από την αφετηρία ακολουθώντας την προτροπή του γνωστού άσματος Άμα θες να φύγεις φύγε, άμα θες να κάτσεις κάτσε χωρίς κανένα απολύτως προγραμματισμό. Και τριανταένα είναι το δρομολόγιό σου; Ε, εσύ θα φύγεις και εικοσιεπτά, επειδή μπορείς. Κι ας έρθει ο άλλος στη στάση την ώρα που αναχωρείς επίσημα-ας πρόσεχε. 
 Αλλά κυρίως σε σένα. Σε σένα που σου αρέσει τόσο πια πολύ να συμπεριφέρεσαι σα θύμα και ριγμένη που το έχεις αναγάγει σε επιστήμη. Που η μόνη σου έννοια είναι να κουραστεί περισσότερο από εσένα αυτή... 
...Va voir ailleurs si j'y suis!

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Ντόροθυ, δεν είσαι πια στο Κάνσας.


 Στο Κάνσας βασιλεύει ο τυφώνας, άλλωστε. Πορεύσου τώρα στη χώρα του Οζ που ποτέ σου δε λογάριαζες να αντικρύσεις. Αντιμετώπισε τους μάγους και τα τέρατα, πάλεψε με τους ίδιους σου τους φόβους, νίκησε τον ίδιο σου τον εαυτό και αναγεννήσου σοφότερη απ'τις στάχτες σου- την ασφάλεια του Κάνσας να την ξεχάσεις, δεν ήταν παρά ένα απατηλό όνειρο. Αν είσαι αρκετά δυνατή, ίσως νικήσεις τους δαίμονές σου-όντα μιας αρρωστημένης πραγματικότητας ή μιας καλπάζουσας φαντασίας, σημασία ιδιαίτερη δεν έχει. Ίσως τους κατατροπώσεις. Ίσως τους δέσεις με άφθαρτο σκοινί και τους κρεμάσεις στο πρώτο εύρωστο δέντρο που θα βρεθεί στο διάβα σου.
Εμπρός Ντόροθυ.

 Να 'ξερες πόσο λαχταρώ να τους δω έτσι, ηττημένους... 

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Υπάρχουν νύχτες που οι λύκοι είναι σιωπηλοί και μόνο το φεγγάρι ουρλιάζει...


 Δεν είναι ότι δεν προσπάθησες να το πεις. Αντίθετα, τα χείλη σου εκτέλεσαν τις απαραίτητες κινήσεις, η γλώσσα και τα δόντια συνεργάστηκαν πρόθυμα-μα η φωνή σου ήταν αυτή που δε βγήκε, απρόβλεπτη στάση εργασίας ή ασυγχώρητη ανταρσία των φωνητικών χορδών που πεισματικά αρνήθηκαν να εκτελέσουν την παραμικρή ταλάντωση είναι ένα και το αυτό, το αποτέλεσμα όπως και να έχει είναι το ίδιο, και οι αυριανές εφημερίδες μπορούν να γράψουν ο,τι θέλουν σχετικά με τις αιτίες και τις αφορμές, ήδη οραματίζεται τους τίτλους με τις πομπώδεις γραμματοσειρές να διακηρύσσουν Θεότητα Βουβαίνεται, Απρόσμενη Σιγή, Πάνε Στράφι Τόσες Θυσίες, Μετανοείτε Για Να Σωθούμε, Αν Η Σιωπή Ήταν Χρυσός Θα Είχαμε Πλουτίσει, ο τελευταίος από τολμηρό δημοσιογράφο που τόλμησε να αψηφήσει τον πασίγνωστο κανόνα που θέλει τον τίτλο να μην υπερβαίνει ποτέ τις πέντε λέξεις. Κανένας τίτλος όμως δε θα κατορθώσει να αποδώσει την αίσθηση που σου άφησε αυτή η βουβαμάρα σου, δεν είναι κακό, μάλλον αναμενόμενο, αναπόφευκτο, ακόμη. Ανείπωτη θα παραμείνει η αρχική σιγουριά και η μετέπειτα αμφιβολία, το μούδιασμα, όταν στάθηκες ανίκανη να μιλήσεις. Και υποχώρησες, στάθηκες παράμερα και άφησες άλλους να χαράξουν το μονοπάτι, να υπαγορεύσουν τις κινήσεις σου βουβή και ανήμπορη...

...σαν μια μαριονέτα. 

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Παράσιτα...


 Δεν κοιτάς κανέναν κατάματα όταν μπαίνεις, με αυτό το υπερβολικά στενό, παιδικό και μάλλον γελοίο πάνω σου καπέλο να κατεβαίνει ως τα μάτια σου, δυσκολεύοντας τον οποιοδήποτε να τα διακρίνει-όχι πως προσπάθησαν πολλοί, ίσως και λόγω της πολύ πρωϊνής ώρας. Κι έπειτα βρίσκεσαι καθισμένη στη θέση σου, όπως οποιοσδήποτε άλλος επιβάτης- μόνο που εσύ διαφέρεις. Στα χέρια σου κρατάς ένα ταλαιπωρημένο ραδιοφωνάκι το οποίο αναμεταδίδει κάποιο σταθμό που πεισματικά αρνείσαι ν'αλλάξεις καθ'όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, παρά τα άφθονα παράσιτα που στιγματίζουν την κάθε λέξη των παρουσιαστών, την όποια μουσική, την ίδια την ύπαρξή σου. Ολόκληρο το ταξίδι- τέσσερις παρά κάτι ώρες, μετατρέπεται σε μια συνεχώς διακοπτόμενη, σχεδόν αδιόρατη μουσική υπόκρουση. Δεν πτοείσαι ούτε όταν οι λέξεις, οι νότες που ξεχωρίζουν ανάμεσα στα παράσιτα είναι πια ελάχιστες, μόνο κρατάς το ραδιόφωνο με ευλαβική προσήλωση δίπλα στο αυτί σου, μπροστά στο πρόσωπό σου. Λικνίζεις τα χέρια, το κεφάλι, όλοκληρο το σώμα σου μπρος-πίσω καθώς το κρατάς, σαν να νανουρίζεις ένα μωρό, με απέραντη στοργή. Ή μήπως αδράχνεσαι έτσι από αυτό, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρήσεις μια μικρή έστω αίσθηση της ύπαρξής σου, να μη χαθείς στην απεραντοσύνη του κόσμου, να ξορκίσεις τους δαίμονές σου; Και συνάμα κλείνεις εμάς, τους υπόλοιπους, απ'έξω. 

 Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι μήπως μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις μας, ευχή και κατάρα μαζί, και προσπαθείς έτσι κάπως να τις αποκλείσεις, να χαμηλώσεις την έντασή τους, έστω-δεν μπορείς μάλλον τελείως να τις εξορίσεις, είμαστε εκεί, μες το κεφάλι σου και κάπως πρέπει κι εσύ να κρατήσεις σφιχτά τον εαυτό σου μέσα σου, κάπως να μην τον χάσεις μέσα στις δεκαέξι προσωπικότητές μας, τους συνεπιβάτες σου, κάπως να μην τρελαθείς. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι κλαις καθώς κάνεις αυτή την παλινδρομική κίνηση, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, με το καπέλο πάντα να σκιάζει τα μάτια σου και το ραδιοφωνάκι αγκαλιά.

 Θα μπορούσα να σε πλάσω καχεκτική και οστέινη, επικαλούμενη αυτή την τόσο γνωστή σε όλους ποιητική αδεία, μα κάτι τέτοιο θα απέκλινε από την παραδόξως ταιριαστή εικόνα σου- γερασμένη και παχιά, παράταιρα ντυμένη, να σκουπίζεις κάθε τόσο τον ιδρώτα σου παρά τις σχεδόν σιβηρικές θερμοκρασίες που επικρατούν, λόγω κλιματισμού.  Στον κόσμο σου, που αποτελείται από εσένα -ή όποια ψήγματα του εαυτού σου μπορείς ακόμη να αποκαλείς Δικά σου, όσα δεν έχεις χάσει στις συνειδήσεις των άλλων, όσων άθελά σου κατασκοπεύεις- τα παράσιτα και την κουρτίνα του λεωφορείου που πού και πού ανοιγοκλείνεις, αδυνατώντας να αποφασίσεις τι προτιμάς, την ασφαλή κάλυψη του σκοταδιού ή την καθησυχαστική θέρμη του ήλιου. 

 Σε λίγο θα κατέβω κι εσύ θα μείνεις εδώ, ανακουφισμένη που οι ενοχλητικές παρουσίες στο μυαλό σου (αναρωτιέμαι κατά πόσο στέκει αυτό, αφού τεχνικά εσύ είσαι στο μυαλό μας) θα έχουν μειωθεί κατά μια, μια ιδιαιτέρως ανεπιθύμητη, μάλιστα, που έχει το θράσος να γράφει για σένα σε ο,τι πρόχειρη λευκή ή σχεδόν λευκή επιφάνεια βρήκε -στην προκειμένη περίπτωση δυο σελιδοδείκτες και ένα εισητήριο πλοίου- γνωρίζοντας οτι εσύ ξέρεις