Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

I've got a million things that I need to do- but they're all secondary.


Ένα) 
 Αυτή η σπασμωδική προσπάθεια να συγκεντρώνεις αναμνήσεις,να τις ατενίζεις σποραδικά και να τις παραχώνεις ζηλόφθονα σε κουτιά και συρτάρια δε φαίνεται να παρουσιάζει λογική εξήγηση. Δεν είναι δα πως θα τις λησμονούσες άμα δεν τις είχες κάπου συγκεντρωμένες- κι όμως, εσύ παραμένεις σε αιώνια πάλη με το χρόνο, ζητάς να τον παγώσεις, έστω στιγμιαία, έστω παροδικά. Να τον καθυποτάξεις. Να τον κρεμάσεις σε μια γωνία, αν θες, και να τον παρατηρείς ανελλιπώς κάθε δεύτερη Κυριακή στη μία και δεκατρία το μεσημέρι- γιατί όλα πια πρέπει να είναι μια τελετουργία για σένα;
 Όχι, μη με κοιτάς με το απελπισμένο βλέμμα, δεν περιμένω να μου απαντήσεις. Ένας στους τριάντα επτά είσαι, άλλωστε, και είναι άδικο εκ μέρους μου να σε διαχωρίζω έτσι και να σε στήνω στον τοίχο, στα δύο μέτρα και να περιμένω απάντηση ειδικά από εσένα. Και γιατί να δικαιολογηθείς; Υποθέτω πως αυτό σε κάνει ευτυχισμένο. Ή τουλάχιστον λιγότερο δυστυχισμένο. 
 Μα άδικο είναι και να περπατάς πάντα τον ίδιο δρόμο, πάντα με τον ίδιο ρυθμό και τα μάτια στραμμένα στον ουρανό. Αδιαφορώντας για το αν κάποια λακκούβα θα βρεθεί στο διάβα σου για να σε εξαναγκάσει σε ελεύθερη πτώση στα έγκατα της γης- είσαι συνηθισμένος σε τούτες, ο στατικός ίλιγγος σου τις γνώρισε από πρώτο χέρι. [Κι ύστερα πρέπει εγώ να σε σηκώνω.] Και σχεδόν το ίδιο άδικο είναι να κλείνεις τους πάντες απ' έξω σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αποφύγεις το κλουβί- τι κι αν τα κάγκελά του φαντάζουν περίτεχνα και επιχρυσωμένα, δεν παύει να είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου. [Κι ύστερα οι πάντες φεύγουν και πρέπει εγώ να σου κάνω παρέα.]



Δύο)
Και κάπως έτσι [φοβούμενη λακκούβες και κλουβιά]
δε θα πάω πουθενά σήμερα.
Το ξέρω πως κινούμαι στα όρια [ακροβατώ στις επάλξεις]
και πως είναι το λιγότερο χαζό [γελοίο]
μα είναι που γυρνούσα χθες το βράδυ [ως το πρωί]
και είναι που οι λακκούβες και τα κλουβιά δε φάνηκαν ούτε λεπτό απειλητικά στον ορίζοντα [ν' αργοσαλεύουν υπαινισσόμενα μελλοντική οδύνη]
να με καθησυχάσουν [μόνο υπό τη σκιά τους μπορώ να λειτουργήσω].

Γι' αυτό
Θα κάτσω εδώ, κάτω από τα σκεπάσματα
Και κάθε αναπνοή θα με φέρνει πιο κοντά
Στην αυριανή (μελλοντική) ευτυχία. 

[μου το έχω υποσχεθεί πως μια μέρα θα σου ανοίξω το κρανίο- μ' ένα δυνατό χτύπημα που θα σου δώσω γελώντας δυνατά. Και θα μαζέψω το αίμα που θα τρέχει σ' ένα μπουκαλάκι- σταγόνα σταγόνα, τίποτε να μη μου ξεφύγει. Κι έπειτα θα το αδειάσω στο στεγνό χώμα, ίσα να ποτιστούν οι αγριάδες. Και όλο θα γελώ με την αιφνιδιασμένη έκφραση- μόνιμα πια αποτυπωμένη στο πρόσωπό σου. Και σαν ολότελα πια θα χει στερέψει, θ' αρχίσω να φωνάζω δυνατά

-φονικό, τρεχάτε, έχει πια αποτρελαθεί.]

[Μα θα 'μαι πια ευτυχισμένη. Μα δε θα 'μαι πια εγώ.]

8 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Η σάηκο πλευρά της κυρά-Σελήνης. Ναι, έχω και από αυτή!

      Διαγραφή
    2. Τα μικρά γράμματα είναι και τα πιο ουσιαστικά. Δεν το βρίσκω καθόλου psycho. Ίσως μια κραυγή που απλά θέλει να ακουστεί ανάμεσα σε τόσους θορύβους.

      Διαγραφή
    3. Επ! Καλησπέρες!
      Ομολογουμένως προς το τέλος (φαίνεται να) έχει κάποια σάηκο στοιχεία, εντάξει. (Αν και δεν είναι τέτοια εν τέλει. Νομίζω.)

      Διαγραφή
  2. Τι συμβαίνει με αυτό "πια" που μεταβαίνει στο "εγώ" όμως? Πού ξέρεις ποια είσαι "πια"? Ειλικρινής απορία. Όβερ. :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νατηνα!
      Αυτογνωσίες, έτσι; Κάτι διαθέτουμε και από αυτές, θαρρώ (κι ελπίζω).
      (Τουλάχιστον ξέρω, νομίζω, ποια δεν είμαι πια. Κι ύστερα πάει με εις άτοπον απαγωγές και τα συναφή. Ιχ.)

      Διαγραφή